Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν αλλάζει μόνο τα γεωγραφικά σύνορα της Ευρώπης, αλλά αναδιαμορφώνει και τον ενεργειακό χάρτη παγκοσμίως. Μετά το εμπάργκο που επέβαλαν Ουάσιγκτον και Λονδίνο στο ρωσικό πετρέλαιο, η Κομισιόν ανακοίνωσε μείωση του μεριδίου του ρωσικού φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα κατά 2/3 έως το τέλος του 2022 και πλήρη απεξάρτηση πριν από το 2030.

Είναι αμφίβολο αν οι εξελίξεις αυτές αναγκάσουν τον Βλαντίμιρ Πούτιν να υποχωρήσει στο στρατιωτικό πεδίο, σίγουρα όμως προκαλούν τις τελευταίες μέρες ένα ράλι τιμών χωρίς προηγούμενο, με τον γάλλο υπουργό Οικονομικών Μπρινό Λεμέρ να αναφέρει σε δραματικούς τόνους ότι η «τωρινή ενεργειακή κρίση είναι συγκρίσιμη σε ένταση και βαναυσότητα με το πετρελαϊκό σοκ του 1973».

Μεγάλο θύμα η Ευρώπη

Με βάση τις τελευταίες ανακοινώσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, τα επόμενα δύο χρόνια και μέχρι να ισορροπήσουν οι αγορές, ο αντίκτυπος σε ακρίβεια και επάρκεια θα είναι αισθητός. Ενώ η διαδικασία ενεργειακής απεμπλοκής της Δύσης από τη Ρωσία μοιάζει με σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες.

Μεγάλο θύμα αυτού του πολέμου είναι η εξαρτημένη ενεργειακά Ευρώπη. Η Γηραιά Ηπειρος εισάγει το 40% του φυσικού αερίου και το 30% του πετρελαίου από τη Ρωσία, αποφέροντας στην τελευταία τεράστια κέρδη ετησίως. Αν και δεν επηρεάζονται εξίσου όλες οι χώρες, στο τραπέζι ξαναμπαίνει εμφατικά το ζήτημα διαμόρφωσης μιας ενιαίας ενεργειακής πολιτικής. Μιας στρατηγικής δηλαδή που θα διασφαλίζει την αυτονομία και την κάλυψη των αναγκών όλων των κρατών-μελών, και δη των κατεξοχήν ενεργειακά εξαρτημένων από τη Ρωσία όπως είναι οι: Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία, Πολωνία, Σλοβακία, Βουλγαρία κ.ά.

Πυρά στη Μέρκελ για την ενεργειακή ομηρεία

Την ίδια ώρα, εύλογη είναι η κριτική που επανέρχεται δριμεία σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κατά της Ανγκελα Μέρκελ. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η πρώην γερμανίδα καγκελάριος κατέστησε την ΕΕ ενεργειακό όμηρο της Ρωσίας με τον αγωγό Nord Stream 2 αλλά και την ευρύτερη αντίληψή της ότι η Ευρώπη είναι κατεξοχήν μια εμπορική επί το πλείστον ένωση, η οποία συναλλάσσεται ακόμη και με απολυταρχικούς ηγέτες, χωρίς να προβάλλει προϋποθέσεις.

Σε αντίθεση με την Ευρώπη, οι ΗΠΑ λαμβάνουν ετησίως σχετικά μικρή ποσότητα ρωσικού πετρελαίου από τη Μόσχα. Για τον λόγο αυτόν, η προ ημερών επιβολή εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο δεν επηρεάζει σημαντικά την επάρκεια της χώρας. Ωστόσο, «το απαγορευτικό μπορεί να συνεχίσει να ασκεί πιέσεις στην τιμή του πετρελαίου και συνεπώς θα συνεχίσει να πιέζει τους καταναλωτές» όπως εξηγεί στο «Forbes» η Λίντσεϊ Μπελ, επικεφαλής στρατηγικής αγορών στην κορυφαία εταιρεία ψηφιακών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Ally.

Δίαυλοι Μπάιντεν σε Ιράν, Βενεζουέλα

Στο φόντο της αύξησης των τιμών – ειδικά στην αντλία βενζίνης – που βαραίνει τους Αμερικανούς, η κυβέρνηση Μπάιντεν άνοιξε δίαυλο επικοινωνίας με το Ιράν και τη Βενεζουέλα, με τις οποίες είχε εδώ και καιρό τεταμένες σχέσεις,  εκτιμώντας ότι θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν τις συνέπειες από τη ρήξη με τη Ρωσία.

Πρακτικά όμως υπάρχουν προσκόμματα. Από τη μία, η καθυστέρηση επίτευξης συμφωνίας στα πυρηνικά του Ιράν που θα σημάνει άρση των κυρώσεων κατά της Τεχεράνης, εμποδίζει την τελευταία να μπει και πάλι στην παγκόσμια αγορά. Από την άλλη, η δυστοκία της Βενεζουέλας να καταδικάσει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όπως αξίωσαν σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters αμερικανοί αξιωματούχοι που επισκέφτηκαν πρόσφατα το Καράκας, περιορίζει το ενδεχόμενο ελάφρυνσης του αμερικανικού εμπάργκο κατά της χώρας σε ό,τι αφορά την αγορά πετρελαίου.

Δύσκολο να κλείσει η μαύρη τρύπα

Η Βενεζουέλα διατηρεί στενές σχέσεις με τη Ρωσία και ήταν από τις λίγες που δεν ψήφισε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υπέρ της καταδίκης της ρωσικής επέμβασης στην Ουκρανία. Πάντως ακόμη κι αν ξεπεραστούν αυτά τα εμπόδια, θεωρείται δύσκολο η Δύση να κλείσει τη μαύρη τρύπα των ρωσικών προμηθειών, όπως εξηγεί στο «Βήμα» ο αναπληρωτής καθηγητής Ενεργειακής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Χάρης Δούκας.

«Ο λόγος που οι ΗΠΑ έχουν ανοίξει διάλογο με χώρες όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα είναι διότι η απεξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο είναι ιδιαίτερα δύσκολη και πρέπει να ενεργοποιηθούν ξεχασμένοι και ως τώρα «απαγορευμένοι» προμηθευτές.  Το Ιράν θα μπορέσει να αυξήσει την παραγωγή του κατά 1 εκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου την ημέρα έως το τέλος του έτους, αν αρθούν οι κυρώσεις. Αντίστοιχα, αν αρθούν οι κυρώσεις στη Βενεζουέλα, τότε θα μπορέσει από τη μεριά της να αυξήσει κατά μισό εκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου την ημέρα την παραγωγή της. Αυτές οι αυξήσεις δεν θα αντισταθμίσουν πλήρως την προσφορά της Ρωσίας (τρίτη παγκοσμίως στις εξαγωγές πετρελαίου). Ωστόσο, θα βοηθήσουν καίρια στο νέο γεωπολιτικό παιχνίδι που διαμορφώνεται, αποκλιμακώνοντας συνολικά την ένταση στην αγορά. Και αυτό γιατί, παρ’ όλο που το ρωσικό πετρέλαιο αποτελεί το 1/4 των ευρωπαϊκών πετρελαϊκών εισαγωγών, τα κέρδη που αποφέρει στη Ρωσία είναι τεράστια. Πέρυσι, έφτασαν στα 100 δισ. δολάρια, όταν το ρωσικό φυσικό αέριο, που αποτελεί το 40% των ευρωπαϊκών εισαγωγών, επέφερε στη ρωσική οικονομία κοντά στα 40 δισ. δολάρια».

ΦΟΒΟΙ ΔΝΤ ΓΙΑ  ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποίησε πριν από μερικές μέρες ότι οι συνέπειες του πολέμου του Πούτιν στην Ουκρανία και των οικονομικών κυρώσεων που του επέβαλε η Δύση είναι ήδη πολύ σοβαρές. «Εάν τα πράγματα κλιμακωθούν, θα μπορούσαν να γίνουν και καταστροφικές». Συνεπώς, η απότομη ενεργειακή απομόνωση της Ρωσίας, επειδή ακριβώς οι εξαγωγές της είναι τόσο μεγάλες, ενδέχεται να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω την παγκόσμια οικονομία.

«Forbes»: Μπορεί να φθάσει και τα 200 δολαρια το βαρέλι

Το «Forbes» επικαλούμενο εμπειρογνώμονες αναφέρει ότι στο χειρότερο σενάριο, όπου θα επιβληθούν πρόσθετοι περιορισμοί στη ρωσική αγορά ενέργειας, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 150 δολάρια το βαρέλι ή και να εκτοξευθούν στα 200 δολάρια το βαρέλι για μεγάλη χρονική περίοδο.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από

Πηγή: tovima.gr