Την άνοιξη του 2005, ο βρετανός υπήκοος Γκάι Ένραϊτ, λογιστής της ελεγκτικής εταιρείας KPMG στις Βερμούδες, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από έναν άνδρα με βαριά βρετανική προφορά που συστήθηκε ως Νικ Χάμιλτον. Ο Χάμιλτον του είπε ότι έπρεπε να τον δει από κοντά.

Χωρίς αμφιβολία, ο Ένραϊτ ένιωσε προβληματισμένος. Εκείνη την περίοδο εργαζόταν για μία όχι και τόσο συνηθισμένη ανάθεση που είχε λάβει η KPMG από τον υπουργό Οικονομικών των Βερμούδων: να ελέγξει και να αναφέρει τις οικονομικές δραστηριότητες ενός μεγάλου επενδυτικού fund, του IPOC, το οποίο είχε έδρα στις Βερμούδες και μετοχές κυρίως σε μεγάλες ρωσικές εταιρείες τηλεπικοινωνιών.

Κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία ο Χάμιλτον εκμυστηρεύτηκε στον Ένραϊτ ότι έπρεπε να μιλήσουν για ένα θέμα που είχε «επιπτώσεις για την εθνική ασφάλεια της Μεγάλης Βρετανίας» και του ζήτησε να μην ενημερώσει τους ανώτερούς του στην KPMG. Λίγα δευτερόλεπτα σκέψης αργότερα ο Ένραϊτ συμφώνησε να συναντήσει τον Χάμιλτον, σε δημόσια θέα. Ο Χάμιλτον άμεσα έκλεισε τραπέζι για το ραντεβού τους που θα γινόταν λίγες ημέρες μετά στο φημισμένο εστιατόριο «Little Venice», στην πρωτεύουσα των Βερμούδων που όλως τυχαίως ονομάζεται Χάμιλτον…

Όταν ο Ένραϊτ εμφανίστηκε στο εστιατόριο πέρα από τον Χάμιλτον τον περίμενε και μία όμορφη νεαρή γυναίκα, η οποία συστήθηκε ως «Λιζ από το Λάνγκλεϊ» – τοπωνύμιο το οποίο ο υπάλληλος της KPMG αυτόματα συνδύασε με την περιοχή όπου βρίσκονται τα κεντρικά της CIA. Ενώ κάθονταν στο τραπέζι ο Χάμιλτον του εξήγησε ότι χρειαζόταν τη βοήθειά του για μία «άκρως απόρρητη» αποστολή που άπτεται θεμάτων της Βρετανικής εθνικής ασφάλειας. Όμως, είπε ο Χάμιλτον, για να μπορέσουν να προχωρήσουν θα έπρεπε πρώτα να υποβληθεί σε ένα ειδικό ερωτηματολόγιο των Βρετανικών Αρχών, ώστε να διασφαλιστεί ότι είναι ικανός. Τα έγγραφα με τις ερωτήσεις που εμφάνισε ο Χάμιλτον έφεραν στο πάνω μέρος τους τη σφραγίδα της Βρετανικής κυβέρνησης, και ο Ένραϊτ πρόθυμα απαντούσε δίνοντας πληροφορίες για τους γονείς του, τις πολιτικές πεποιθήσεις του, την επαγγελματική σταδιοδρομία του, το ποινικό μητρώο του.

Λίγες εβδομάδες αργότερα ο Χάμιλτον και ο Ένραϊτ ξανασυναντήθηκαν – αυτή τη φορά σε μπαρ. Εκεί ο Ένραϊτ έμαθε ότι πέρασε το τεστ και ότι σκοπός του Χάμιλτον ήταν να τον στρατολογήσει ώστε να παρέχει πληροφορίες για την έρευνα της KPMG στις δραστηριότητες του IPOC, του fund που είχε ξεκινήσει να ελέγχει στα πλαίσια της ανάθεσης από το υπουργείο Οικονομικών των Βερμούδων. Οι παραδόσεις των εμπιστευτικών εγγράφων του ελέγχου του IPOC καθώς και απομαγνητοφωνήσεις συνεντεύξεων με στελέχη του fund που είχε η KPMG θα γίνονταν σε ένα πλαστικό δοχείο κάτω από έναν μεγάλο βράχο σε τοποθεσία που υπέδειξε ο Χάμιλτον.  Οι δύο τους δεν θα συναντούνταν κατά την παράδοση-παραλαβή του υλικού, ο Ένραϊτ θα τα τοποθετούσε στο δοχείο τη μία μέρα, και σε επόμενο χρονικό διάστημα ο Χάμιλτον θα πήγαινε στο σημείο και θα τα έπαιρνε.

Η αλήθεια είναι ότι ο Νικ Χάμιλτον δεν ήταν τότε βρετανός πράκτορας, ούτε η «Λιζ από το Λάνγκλεϊ» ήταν πράκτορας της CIA, όπως είχαν κάνει τον Ένραϊτ να πιστέψει κατά τις επαφές τους την άνοιξη του 2005. Για την ακρίβεια, ο Νικ Χάμιλτον ήταν ο Νικ Ντέι και η Λιζ ήταν η Γκρέτσεν Κινγκ, υπάλληλος του Ντέι, ο οποίος είχε ιδρύσει το 2000 την ιδιωτική εταιρεία πληροφοριών Diligence μαζί με τον πρώην πράκτορα της CIA Μάικ Μπέικερ. O Ντέι είχε κάποια «προϊστορία» στις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών: πριν ανοίξει την Diligence συμμετείχε σε ένα σώμα ειδικών δυνάμεων της MI5, με ειδίκευση την αντιτρομοκρατία και την αντιμετώπιση απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας της χώρας.

Εκείνη την περίοδο που ο Ντέι και η Γκρέτσεν παραπλανούσαν τον Ένραϊτ για να πάρουν πληροφορίες, το IPOC έδινε μάχη σε επιχειρηματικό αλλά και νομικό επίπεδο με έναν αντίπαλο, το Alpha Group, για την απόκτηση πακέτου μετοχών μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες τηλεπικοινωνιών της Ρωσίας, της Megafon. Σε αυτό το πλαίσιο το Alpha Group μίσθωσε το πλέον ισχυρό γραφείο λόμπιινγκ Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ, το Barbour Griffith & Rogers (BGR), το οποίο με τη σειρά του μίσθωσε την Diligence –στην οποία κατείχε και μερίδιο μετοχών- για να κάνει τη δουλειά στο «πεδίο». H αποστολή των Ντέι και Γκρέτσεν είχε και κωδικό: «Project Yucca». Ήδη από τον Μάρτιο του 2004, έναν ολόκληρο χρόνο πριν τα στελέχη της Diligence προσεγγίσουν τον Ένραϊτ, το Alpha Group φέρεται να έχει προχωρήσει σε καταγγελίες για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος από το IPOC, προκαλώντας την αντίδραση της υπουργού Οικονομικών των Βερμούδων να αναθέσει στην KPMG έρευνα για τα έργα και τις ημέρες του fund.

Μετά τη συγκομιδή των ευαίσθητων πληροφοριών από τον Ένραϊτ ο Ντέι μοιράστηκε πολλά από τα «ευρήματα» με τον πελάτη του, το BGR που λειτουργούσε για το Alpha Group, αλλά και με πρώην στέλεχος ρωσικής υπηρεσίας πληροφοριών για να κατανοήσει καλύτερα τα δεδομένα της IPOC που αφορούσαν στη Ρωσία.

Στην προσπάθειά του να καταφέρει πλήγμα κατά της IPOC προς όφελος του «έμμεσου» πελάτη του, του Alpha Group, ο Ντέι έστειλε ένα προσχέδιο της αναφοράς του στο πρώην στέλεχος του FBI Τομ Λόκε, με την ελπίδα ότι η υπηρεσία μπορεί να ευαισθητοποιούνταν να ξεκινήσει έρευνα για το fund. Ο Λόκε, μία θρυλική φιγούρα που συμμετείχε στις έρευνες για την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, με τη σειρά του προώθησε την αναφορά του Ντέι στον αναπληρωτή διευθυντή της Μονάδας Ερευνών Εγκλημάτων του FBI.

Όλα πήγαιναν ρολόι, μέχρι που το πρωινό της 18ης Οκτωβρίου 2005, ένα πακέτο με ανώνυμο αποστολέα έφτασαν έξω από την πόρτα των γραφείων της KPMG στο Νιου Τζέρσι. Εντός υπήρχαν εσωτερικά έγγραφα της Diligence με πολλά αρχεία και εκτυπωμένα email τα οποία έκαναν σαφές στα στελέχη της KPMG που τα έλαβαν ότι η εταιρεία τους είχε υποστεί μία πρωτοφανή διαρροή εμπιστευτικών δεδομένων. Και ότι η Diligence –ένα γραφείο ερευνών που δεν είχαν ξανακούσει έως τότε- είχε πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες από την έρευνα που διεξαγόταν στις Βερμούδες.

Η KPMG κινήθηκε νομικά κατά της Diligence κατηγορώντας την εταιρεία ότι πλαστοπροσωπεί πράκτορες υπηρεσιών πληροφοριών για να αποκτήσει πληροφορίες. Η αγωγή της KPMG διευθετήθηκε εξωδικαστικά με την Diligence να καταβάλει σύμφωνα με πληροφορίες περίπου 1,7 εκατομμύρια δολάρια στους ενάγοντες αποποιούμενη οποιαδήποτε ευθύνη. Αν και τα έγγραφα της αγωγής φυλάσσονταν σε σφραγισμένο φάκελο μετά τον συμβιβασμό μία διαρροή τους αποκάλυψε ότι η BGR είχε προγραμματίσει να πληρώσει την Diligence για τέσσερις μήνες δουλειάς που χρειάστηκε για την προσέγγιση και την απόσπαση πληροφοριών από τον Ένραϊτ περίπου 220.000 δολάρια συμπεριλαμβανομένου μπόνους ύψους 60.000 δολαρίων και εξόδων κίνησης και παράστασης 30.000 δολάρια επιπλέον. Πέρα όμως από αυτά, η διαρροή των εγγράφων του σφραγισμένου φακέλου αποκάλυψε κάτι πολύ πιο σημαντικό: τον τρόπο με τον οποίον δρούσε μία από τις πλέον γνωστές σήμερα ιδιωτικές εταιρείες πληροφοριών με έσοδα που αγγίζουν τα 20 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο και πελάτες που παραμένουν στην σκιά της «εμπιστευτικότητας» – ακόμα και όταν τα μέλη της Diligence προχωρούν σε καταθέσεις προς εισαγγελικές και ελεγκτικές αρχές.

Οκτώβριος 2015. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ έχουν μόλις σχηματίσει τη δεύτερη κυβέρνησή τους μετά τις εκλογές του προηγούμενου μήνα και η 24χρονη τότε Άρτεμις Νιάρου εμφανίζεται ενώπιον των ελληνικών εισαγγελικών αρχών και καταθέτει ενόρκως ότι είναι υπάλληλος της Diligence η οποία έχει διευθύνοντα σύμβουλο τον Νίκολας Ντέι, που εργαζόταν για την MI5.

Όπως ανέφερε, σε μία έρευνα που έκανε η εταιρεία της, για λογαριασμό πελάτη που δεν μπορούσε να αποκαλύψει, εμφανίστηκε το όνομα του κ. Παπασταύρου. Στην ένορκη κατάθεσή της προς τις εισαγγελικές αρχές η ελληνικής καταγωγής υπάλληλος της Diligence είπε ότι «ο λόγος που πιστεύουμε ότι θα ενδιαφερόσαστε είναι ότι ο κ. Παπασταύρου λειτουργεί ως αχυράνθρωπος του Μπένι Στάινμετζ ο οποίος ασχολείται με εμπόριο διαμαντιών, αγοραπωλησίες ακινήτων και μαζί με άλλα έχει ένα εργοστάσιο νίκελ στα Σκόπια». Στην τρισέλιδη κατάθεσή της η 24χρονη ισχυριζόταν ότι σκοπός του Στάινμετζ ήταν να χειραγωγήσει οικονομικά την τιμή ενός ορυχείου στη Βόρεια Μακεδονία ώστε να το αγοράσει πιο φθηνά, χρησιμοποιώντας εταιρείες και ένα δίκτυο εμπλεκομένων προσώπων. «Ο Παπασταύρου πιστεύεται ότι έχει άμεση σχέση με την “Global Opportunities Limited”, η οποία σαν τελικό στόχο φαίνεται να έχει το κλείσιμο του ορυχείου στα Σκόπια προκειμένου να πέσει η τιμή της μετοχής και να αγοραστεί σε πολύ χαμηλή τιμή. Σκοπός μας είναι να δημοσιοποιηθεί ο ρόλος του Παπασταύρου και των άλλων προκειμένου να αποφευχθεί η πώληση του ορυχείου των Σκοπίων και να μην δραστηριοποιηθεί το συγκεκριμένο άτομο ξανά σε τέτοιου είδους παράνομες πράξεις όπως αυτήν που θα χάσουν τη δουλειά τους 2.000 εργαζόμενοι στο ορυχείο για να ξεπουληθεί στον Μπένι Στάινμετζ».

Εκείνη την περίοδο οι εισαγγελείς ερευνούσαν την υπόθεση της πώλησης της εταιρείας ακινήτων Πανγαίας όπου εμπλέκονταν τα συμφέροντα του ισραηλινού μεγιστάνα Στάινμετζ. Στα τέλη του 2013 η Εθνική Τράπεζα, στην οποία ανήκε η Πανγαία, είχε ανακοινώσει την υπογραφή σύμβασης για την πώληση του 66% των μετοχών της εταιρείας στην Invel Real Estate, έναντι τιμήματος 653 εκατομμυρίων ευρώ. Όπως αναφερόταν στο δελτίο τύπου της Εθνική Τράπεζας η καταβολή του τιμήματος θα γινόταν ως εξής: « α) χρηματική καταβολή €161 εκατ.  της Invel εξ ιδίων προς την Τράπεζα, β) εισφορά από την Invel ιταλικής εταιρίας με ακίνητη περιουσία και καθαρή αξία Ενεργητικού ύψους 73 εκατ. ευρώ, σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με εισφορά σε είδος που θα πραγματοποιήσει η Εθνική Πανγαία, γ) χρηματοδότηση του πρόσθετου καταβαλλόμενου τιμήματος από την Εθνική Τράπεζα (Vendor financing) έναντι εξασφαλίσεων, δ) εισφορά από την Τράπεζα ακινήτων με καθαρή αξία Ενεργητικού ύψους 72 εκατ. ευρώ, στην ίδια αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της “Εθνική Πανγαία Α.Ε.Ε.Α.Π.”».

Λίγες εβδομάδες μετά την πώληση των μετοχών της Πανγαίας στην Invel υπήρξαν αντιδράσεις σε πολιτικό επίπεδο. Στα μέσα Δεκεμβρίου 2013 οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ Ευκλείδης Τσακαλώτος και Γιώργος Σταθάκης κατέθεσαν ερωτήσεις προς τον τότε υπουργό Οικονομικών και σημερινό διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα σχετικά με το ύψος του επιτοκίου δανεισμού από την Εθνική προς την Invel (το σημείο «γ» του δελτίου τύπου). Σύμφωνα με τα όσα κατήγγειλε ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτό ανερχόταν σε 2,72% ενώ άλλες επιχειρήσεις εκείνη την περίοδο, μεσούσης της οικονομικής κρίσης, δανείζονταν με επιτόκιο 7-9%.

Τον Μάρτιο του 2015, ενώ είχαν εμφανιστεί δημοσιεύματα που ανέφεραν ότι η δικαιοσύνη έχει ξεκινήσει έρευνες για την υπόθεση της Πανγαίας, η Εθνική Τράπεζα εξέδωσε την εξής ανακοίνωση: «Η Εθνική Τράπεζα, με αφορμή δημοσίευμα για την πώληση της εταιρείας “Πανγαία” υπενθυμίζει ότι η συμφωνία πώλησης της εταιρείας ολοκληρώθηκε με διαδικασίες, όρους και προϋποθέσεις που πέραν της ομόφωνης απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής και του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας εγκρίθηκαν, μεταξύ άλλων : α) από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού (DGCompetition) , β) Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και γ) τον Monitoring Trustee. Τέλος, η καταλληλότητα του επενδυτή ως μετόχου της Πανγαίας, εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ευνόητο είναι ότι είναι καλοδεχούμενη οιαδήποτε έρευνα από τις Αρχές».

Την περίοδο που η Άρτεμις Νιάρου κατέθετε στους εισαγγελείς ήταν γνωστό και ότι διεξάγονται έρευνες αλλά και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από την αρχή είχε «σηκώσει» το θέμα της πώλησης της Πανγαίας

Πηγή: tovima.gr