53 χρόνια μετά τον Πόλεμο των Έξι ημερών, όταν το Ισραήλ κατέλαβε εκτός των άλλων και τη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη, μια κατάληψη εδάφους που για τη διεθνή κοινότητα και τον ΟΗΕ παραμένει μια τυπικά παράνομη πράξη, το μεγάλο ερώτημα είναι εάν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα προχωρήσει τελικά στην προσάρτηση μέρους της Κατεχόμενης Δυτικής Όχθης, όπως άλλωστε προβλέπει και το διαβόητο σχέδιο του Προέδρου Τραμπ για ειρήνη στην περιοχή, σχέδιο που προσφέρει στο Ισραήλ το 30% των κατεχόμενων και το οποίο έχει απορριφθεί από όλους πλην του ίδιου του Ισραήλ, που παρ’ όλα αυτά με χαρά βλέπει την αμερικανική κυβέρνηση να είναι έτοιμη να κάνει το βήμα της αναγνώρισης της προσάρτησης.

Άλλωστε το Ισραήλ τις προηγούμενες δεκαετίες προχώρησε σε εκτεταμένους εποικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και κατακερμάτισε την περιοχή με ένα περίπλοκο σύστημα φραχτών και δρόμων που θρυμματίζει σχεδόν τον χώρο που τυπικά ανήκει στην ευθύνη της Παλαιστιανής Αρχής.

Με αυτό τον τρόπο το Ισραήλ διαρκώς υπονομεύει οποιαδήποτε προοπτική λύσης δύο κρατών, καθώς ούτως ή άλλως αυτό που απομένει ως δυνάμει Παλαιστινιακό κράτος είναι το άθροισμα της περίκλειστης περιοχής της Γάζας και του κατακερματισμένου τοπίου της Δυτικής Όχθης.

Η αμερικανική πρόταση

Η πρόταση του προέδρου Τραμπ λίγο πολύ προσπαθεί να θεωρήσει δεδομένη τη σημερινή κατάσταση και την επικυρώνει προσφέροντας στο Ισραήλ την τυπική προσάρτηση μέρους των κατεχομένων και ουσιαστικά προσπαθώντας να αποσπάσει τη συναίνεση των Παλαιστινίων μέσα από την υπόσχεση γενναίας οικονομικής ενίσχυσης.

Ο υπολογισμός του Τραμπ με αυτή την πρόταση ήταν εξαρχής διπλός. Από τη μια ήθελε να αναβαθμίσει μια στρατηγική σχέση με το Ισραήλ που στην περίπτωσή του Τραμπ μεταφράζεται και σε μια καλή προσωπική σχέση με τον Νετανιάχου, τον οποίο μάλιστα ήθελα να βοηθήσει και εκλογικά. Από την άλλη, μπροστά στις εκλογές ήθελε να εξασφαλίσει τη θετική ψήφο των ευαγγελικών χριστιανών, που έχουν ιδιαίτερα φιλοϊσραηλινές τοποθετήσεις.

Σε αυτά προστίθεται και το γεγονός ότι ο Τραμπ και ο Νετανιάχου μοιράζονται την ίδια αντιμετώπιση του Ιράν ως της κύριας απειλής στην περιοχή.

Οι δυσκολίες

Βέβαια το σχέδιο για την προσάρτηση προκαλεί και μεγάλες αντιδράσεις. Οι αραβικές χώρες, ακόμη και χώρες που έχουν προσπαθήσει να αναβαθμίσουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ, έχουν κάνει σαφές ότι η προσάρτηση θα αποτελέσει μια αρνητική τομή, που θα μπορούσε να υπονομεύσει συνολικά την ειρηνευτική διαδικασία.

Με αυτό τον τρόπο έχουν ακυρώσει το βασικό επιχείρημα του Ισραήλ που είναι ότι οι αραβικές χώρες έχουν πολύ περισσότερα να κερδίσουν από την αναβαθμισμένη οικονομική και τεχνολογική συνεργασία με το Ισραήλ, παρά από την επιμονή τους να υποστηρίζουν τους Παλαιστινίους.

Τη αντίθεσή της στο σχέδιο διαμηνύσει και η ευρωπαϊκή διπλωματία, που επίσης έχει κάνει σαφές ότι η προσάρτηση είναι μια κίνηση που θα ακυρώσει προοπτικές επίλυσης του ζητήματος.

Η διαρκής επικαιρότητα του παλαιστινιακού ζητήματος

Φόντο σε όλα αυτά είναι η διαρκής απήχηση που έχει το ζήτημα της Παλαιστίνης. Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια η διάσπαση στο παλαιστινιακό κίνημα και οι αλληλοκατηγορίες ανάμεσα στους δύο πόλους, την Φατάχ που ελέγχει την Παλαιστινιακή Αρχή και την Χαμάς που έχει τον έλεγχο της Γάζας, έχουν μειώσει το κύρος και την αίγλη που είχε κάποτε, όταν η PLO φάνταζε να είναι η αιχμή του δόρατος της αραβικής αντίστασης και απέναντι στη Δύση και απέναντι στις αραβικές κυβερνήσεις.

Όμως, αυτό δεν ακυρώνει ότι στα μάτια ευρύτερων τμημάτων του αραβικού κόσμου, η Παλαιστίνη φαντάζει ακόμη ως η μεγάλη και ενεργή αδικία.

Γι’ αυτό και είναι δύσκολο για τις αραβικές κυβερνήσεις, ακόμη και αυτές που μπορεί να επενδύουν σε μια αναβάθμιση των σχέσεων με το Ισραήλ να συναινέσουν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η στάση των υπηρεσιών ασφαλείας του Ισραήλ

Παρότι η πολιτική σκηνή του Ισραήλ έχει κάνει μια αρκετά μεγάλη στροφή προς μια σκλήρή γραμμή πάνω σε αυτό το θέμα, την ώρα που βλέπει, με μια σχετική αμηχανία, την ενίσχυση των κομμάτων που εκφράζουν τους άραβες κατοίκους του Ισραήλ, που συχνά έχουν αντιμετώπιση πολιτών με λιγότερα δικαιώματα, οι υπηρεσίες ασφαλείας δείχνουν πιο επιφυλακτικές.

Αυτό αποτυπώνει και την ανησυχία τους μήπως τυχόν προσάρτηση αυξήσει τα κρούσματα βίας εναντίον ισραηλινών στόχων, αλλά και τον κίνδυνο μιας ευρύτερης αναταραχής στην περιοχή.

Άλλωστε, και οι ΗΠΑ δείχνουν πιο συγκρατημένες το τελευταίο διάστημα ως προς την υποστήριξη του σχεδίου. Αυτό αποτυπώνει και ανησυχία για ευρύτερη αποσταθεροποίηση, καθώς και οι φιλικές προς τις ΗΠΑ αραβικές χώρες έχουν κάνει σαφή την αντίθεσή τους, αλλά και το γεγονός ότι η βασική ομάδα πίεσης από την εκλογική βάση του Τραμπ, οι ευαγγελικοί χριστιανοί, αυτή τη στιγμή ιεραρχούν περισσότερο τα ζητήματα νόμου και τάξης από την πανδημία. Η πρόσφατη ομιλία του Τραμπ στο West Point μάλλον παρέπεμπε σε κλασικούς τόνους απομονωτισμού: «δεν είναι το καθήκον των αμερικανών στρατιωτών να επιλύουν παλιές συγκρούσεις σε μακρινές χώρες, τις οποίες πολλοί άνθρωποι δεν έχουν ακούσει. Δεν είμαστε οι αστυνομικοί του κόσμου».

Η πολιτική κρίση και οι πολιτικοί υπολογισμοί

Όλα αυτά μπλέκονται και με την πολιτική κρίση στο Ισραήλ. Ας μην ξεχνάμε ότι η χώρα κυβερνάται από μια κυβέρνηση συνασπισμού, που διαμορφώθηκε μετά από μια μακρά δυσκολία να σχηματιστεί κυβέρνηση και αλλεπάλληλες εκλογές που τελικά οδήγησαν στη διαμόρφωση του συνασπισμού ανάμεσα στο Λικούντ του Νετανιάχου, που ας μην ξεχνάμε ότι είναι υπόδικος και χρειάστηκε ειδική δικαστική γνωμοδότηση ως προς τη δυνατότητά του να είναι πρωθυπουργός, και το κόμμα του Μπενι Γκαντς που τελικά υπαναχώρησε και δέχτηκε να λάβει τώρα τη θέση του υπουργού Άμυνας με δέσμευση σε 18 μήνες θα έχουμε εναλλαγή και πρωθυπουργός θα γίνει ο Γκαντς.

Εν τω μεταξύ οι ΗΠΑ διαμήνυσαν ότι θα συναινέσουν σε οποιαδήποτε απόφαση για προσάρτηση υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα είναι μια μονομερής απόφαση του Νετανιάχου αλλά θα έχουν συναινέσει και οι κυβερνητικοί εταίροι του, δηλαδή ο Γκατζ ως υπουργός Άμυνας και ο υπουργός Εξωτερικών Γκάμπι Ασκεναζί, επίσης από το κόμμα του Γκαντς, οι οποίοι φαίνεται ότι έχουν αποκτήσει καλή σχέση και με το στενό περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ.

Οι τελευταίοι προς το παρόν σταθμίζουν το τι θα κάνουν, μετά από αυτό το ιδιότυπο δικαίωμα βέτο που τους πρόσφεραν οι ΗΠΑ. Φυσικά, η στάση τους θα εξαρτηθεί και από το τι ακριβώς θα κάνει ο ίδιος ο Νετανιάχου, που έχει τη δυνατότητα πλέον να φέρει προς κύρωση ένα σχέδιο προσάρτησης ακόμη και την 1η Ιουλίου.

Άλλωστε, υπάρχουν και πληροφορίες, ότι μπορεί τελικά ο Νετανιάχου να επιλέξει να προχωρήσει σε μια μερική προσάρτηση και όχι του συνόλου του 30% των κατεχομένων που περιλαμβάνει το σχέδιο Τραμπ. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Ισραήλ θα ανακοίνωνε την προσάρτηση κάποιων περιοχών μόνο της Δυτικής Όχθης όχι όμως της Κοιλάδας του Ιορδάνη ή άλλων μεγάλων εποικισμών.

Σε όλα αυτά προστίθενται και επιπλέον υπολογισμοί, τόσο σε σχέση με το εσωτερικό του Ισραήλ, όπου υπάρχει το ερώτημα του τι θα γίνει με τη δίκη του Νετανιάχου, αλλά και την προοπτική ακόμη και νέων εκλογών, όσο και το εξωτερικό, καθώς πολλά θα εξαρτηθούν και από τις αμερικανικές εκλογές, μια που τυχόν αλλαγή ενοίκου του Λευκού Οίκου μπορεί να σημαίνει και διαφορετική συνθήκη.

Την ίδια ώρα υπάρχουν αρκετές αντιδράσεις και εντός Ισραήλ, τόσο από την πλευρά της κοινωνίας των πολιτών, όσο και σε επίπεδο εμφάνισης αρκετών φωνών που υπογραμμίζουν ότι αυτό που προβάλλεται ως ιστορική δικαίωση της πολιτικής του εποικισμού, μπορεί ταυτόχρονα να σημάνει μια μεγάλη οπισθοχώρηση ως προς άλλες πλευρές, όπως είναι η προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με τον Αραβικό κόσμο. Άλλωστε, και η ΕΕ έχει κάνει σαφές ότι δεν υποστηρίζει το σχέδιο προσάρτησης. Σημειώνουμε ότι αντίθετοι στο αμερικανικό σχέδιο είναι και αρκετοί εκπρόσωποι των εποίκων που υποστηρίζουν ότι στην πραγματικότητα αφήνει μεγάλες εκτάσεις στους Παλαιστινίους και επιτρέπει τη διαμόρφωση παλαιστινιακού κράτους, κάτι που στα μάτια τους είναι υποχώρηση.

Φυσικά, υπάρχουν και αυτοί που υποστηρίζουν ότι εν τέλει ο κυνικός υπολογισμός του Νετανιάχου δεν αφορά τόσο την προώθηση του σχεδίου προσάρτησης, όσο το γεγονός ότι μέσα από την όλη διαδικασία τελικά κατοχυρώνει ακόμη περισσότερο την ίδια την κατοχή και προφανώς την πολιτική του εποικισμού.

Πηγή: tovima.gr