Το ουσιαστικό τέλος των εθνικών ποδοσφαιρικών διοργανώσεων (απομένει, στην ουσία, το μπαράζ Ξάνθης – Παναιτωλικού με την πιάτσα να μην έχει καθόλου καλή αίσθηση για τους Αγρινιώτες, η τύχη τους είναι μάλλον προδιαγεγραμμένη, προηγείται το βασικό υποκατάστημα) βάζει στο τραπέζι τη διαδικασία επιλογής των διαιτητών των εθνικών κατηγοριών για τη νέα αγωνιστική περίοδο 2021/2022.

Οι περιβόητοι «πίνακες», στην ποδιά των οποίων σφάζονται κάθε χρόνο όλα τα παλληκάρια και ελαστικοποιούνται όλες οι συνειδήσεις, μετά από λίγο ή περισσότερο χρονικό διάστημα θα είναι μια πραγματικότητα. Η διαδικασία μέσω της οποίας θα συμπληρωθούν και ο χρόνος που θα ανακοινωθούν αναζητούνται ακόμη.

Λογικά, την πλήρη, την αποκλειστική όπως αποκαλείται, ευθύνη για τη συγκρότηση των πινάκων των εθνικών κατηγοριών την έχει η ΚΕΔ/ΕΠΟ, δηλαδή, για να μη χανόμαστε σε λεπτομέρειες, ο κ. Μάρκ Κλάτενμπεργκ.

Ο Πρόεδρος της ΚΕΔ/ΕΠΟ θα αποφασίσει, σε τελευταία ανάλυση, για τα πρόσωπα και τις κατηγορίες που θα ενταχθούν, υλοποιώντας, προφανώς, μια εμπειρία ενός χρόνου και τις πολλαπλές αναγνώσεις της απόδοσης των ελλήνων διαιτητών σε κρίσιμα ή κρισιμότερα ματς.

Η εικόνα εξακολουθεί να παραμένει τραγική. Η διαιτησία στην Ελλάδα καθεύδει, δεν περιμένει καν κάποιον «εξ ουρανού» ειδικό να άρει τις αμαρτίες της και να τη σώσει, ζει ένα καθημερινό δράμα, περιφέρει στα γήπεδα όλης της χώρας ένα σαρκίο σαπισμένο, μια εικόνα παρακμής και αποσύνθεσης.

Αυτή την εικόνα που εκπέμπουν οι έλληνες διαιτητές τη συντηρούν και την αναπαράγουν, στο όνομα της αναπαραγωγής ενός πασίγνωστου συστήματος (παρά)εξουσίας που διοικεί το ποδόσφαιρο, όλοι οι εμπλεκόμενοι στο κύκλωμα της εκπαίδευσης, της ονομασίας, της επιμόρφωσης και της επιλογής των διαιτητών. Στην κορυφή της πυραμίδας του ασφυκτικού ελέγχου ζει και βασιλεύει η πασίγνωστη (παρά) διοίκηση της ΕΠΟ, πρόσωπα και συμφέροντα ετών, στο όνομα και προς χάρη των οποίων λειτουργεί η διαιτησία και σφυρίζουν στα γήπεδα αυτά «τα μικρά κι αδύναμα ανθρωπάκια που παριστάνουν τους επιδρομείς».

Το οικονομικό προϊόν που παράγεται είναι τεράστιο, άρα κανείς δεν πρόκειται να το εγκαταλείψει αν δεν υποχρεωθεί σκληρά να το πράξει, μια υποχρέωση που μόνο το επίσημο κράτος μπορεί να επιβάλει, αλλά αυτό φαντασιώνεται νομοθετικές παρεμβάσεις που κάνουν «το σύστημα» να γελάει με όλους αυτούς τους απίθανους που εμφανίζονται να υπερασπίζονται, δήθεν, την ακεραιότητα των αγώνων και την αξιοπιστία των διοργανώσεων.

Όπως όλη η αγορά επισημαίνει, ο κ. Φωτιάς δεν θα είναι το τελευταίο φωτεινό παράδειγμα αυτής της ελεγχόμενης σε βαθμό κακουργήματος λειτουργίας της διαιτησίας, απομένουν μερικά ακόμη για να ολοκληρωθεί ο κύκλος.

Σε αυτό το περιβάλλον είναι άσκηση παράνοιας να επιζητεί κάποιος από ένα Άγγλο να αντιμετωπίσει, με μια διαδικασία λίγο ως πολύ ελεγχόμενη στην αφετηρία της, τις παθογένειες της ελληνικής διαιτησίας ή να σαλπίσει μια «επανάσταση του αυτονόητου», όπως ο ίδιος στη χώρα από την οποία κατάγεται έμαθε να κάνει.

Ο κ. Κλάτενμπεργκ έχει, αντικειμενικά, περιορισμένο πεδίο δράσης. Οι επιλογές του, από τις οποίες θα κληθεί να διαλέξει, είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες. Όπου κι αν κοιτάξει γύρω του βασιλεύει η (παρά)διοίκηση, ο έλεγχος είναι ασφυκτικός, όλη η διαδικασία είναι σκληρά υπονομευμένη, στην ουσία δεν μπορεί ούτε για το VAR να βρει διαιτητές ικανούς να ψελλίσουν, αν χρειαστεί, το όνομα τους και να αμφισβητήσουν την αυθεντία του «συστήματος».

Τον ιδρυματισμό, από τον οποίο πάσχει η ελληνική διαιτησία, δεν υπάρχει κανένα εγχώριο φάρμακο για να τον αντιμετωπίσει. Οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι έλληνες διαιτητές απέναντι στο «σύστημα» που τους παράγει, τους επιμορφώνει, τους εκπαιδεύει (λέμε τώρα!), τους αξιολογεί και τους ορίζει είναι τόσο ισχυρές και ανελαστικές, που δεν επιτρέπουν το παραμικρό λοξοκοίταγμα, όποιος το επιχειρήσει θα τον φάει το μαύρο σκοτάδι.

Το μόνο που μπορεί, σχετικά εύκολα και ανέξοδα, να κάνει ο κ. Κλάτενμπεργκ είναι να αποσυντονίσει για κάποιο διάστημα «το σύστημα» ανακατεύοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό την τράπουλα, παίζοντας με όλα τα ονόματα για όλες τις θέσεις, αλλάζοντας όλη την ιεραρχία έτσι ώστε, έως ότου κατακαθίσει ο κουρνιαχτός από τις αλλαγές, να προκύψει ένα κρίσιμο διάστημα για να ρηγματώσει, όσο γίνεται, την ελληνική διαιτησία και να πάρει με το μέρος του όσους περισσότερους διαιτητές μπορεί.

Ένα «διαιτητικό πινγκ – πονγκ» ψάχνει (μόνο αυτό μπορεί να κάνει) ο Κλάτενμπεργκ μήπως και στη νέα περίοδο αυξηθούν οι επιλογές κανονικών διαιτητών (αν υπάρχουν κάποιοι) και μπορέσει να «παίξει» πιο εύκολα και άνετα το παιχνίδι των ισορροπιών.

Η άλλη επιλογή του είναι να μείνει στην άκρη, να εισπράττει τον μισθό του, να αφήσει τους πραιτωριανούς του «συστήματος» να αφηνιάσουν κι αυτός, όποτε η κατάσταση δυσκολεύει, να τηλεφωνάει στην Ευρώπη και να ψάχνει διαιτητές. Εύκολος δρόμος, χωρίς κόστος ψυχικό, με πολύ καλές αποδοχές και χωρίς νταραβέρια.

Μόνο που έτσι θα χρειαστεί να πληρώνει πολλά στο λογαριασμό του τηλεφώνου, αλλά δε βαριέσαι, το κεφάλι του να έχει ήσυχο, τα υπόλοιπα θα τα βρει ο επόμενος…

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από

Πηγή: tovima.gr