Οι δυτικές κυβερνήσεις ακολουθούν το παράδειγμα των Ασιατών αντιπάλων τους και απομακρύνονται από το δόγμα της ελεύθερης αγοράς που όρισε επί δεκαετίες την οικονομική τους σκέψη. Αντιθέτως, αποδέχονται τον μεγαλύτερο κρατικό έλεγχο της επιχειρηματικής  δραστηριότητας, όπως αναφέρει η Wall Street Journal.

Η μετάβαση αντανακλά τη βαθιά αγωνία για την ικανότητα της Δύσης να διατηρήσει το επίπεδο ζωής και την τεχνολογική καινοτομία που τη χαρακτηρίζει, ενώ ανταγωνίζεται με εταιρείες-κολοσσούς με κρατική υποστήριξη από την Κίνα και άλλες χώρες της Ασίας.

Η τάση επιταχύνεται από την πανδημία του κορωνοϊού, που έχει αναγκάσει τη Δύση να ξανασκεφτεί τις ισορροπίες μεταξύ κράτους και ιδιωτικού τομέα, αλλά και έχει δημιουργήσει νέες ιδέες για τον τρόπο με τον οποίο τα τεράστια προγράμματα αναθέρμανσης της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής οικονομίας θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για να μεταμορφώσουν το οικονομικό τοπίο.

Στην ΕΕ, την εξαγωγική υπερδύναμη που από καιρό είχε αγκαλιάσει τις αρχές του ελεύθερου εμπορίου, οι ηγέτες δεσμεύτηκαν να δημιουργήσουν εμπόδια στους ξένους ανταγωνιστές, να προχωρήσουν στον επαναπατρισμό τεχνολογιών-κλειδιών, να περιορίσουν την εξάρτησή τους σε ευαίσθητους τομείς όπως η υγεία και να δημιουργήσουν νέους ψηφιακούς πρωταθλητές.

Παράλληλα, κυβερνήσεις αγοράζουν μετοχές κολοσσών. Για παράδειγμα, η γερμανική κυβέρνηση απαίτησε το 20% των μετοχών της Lufthansa, η οποία είχε ιδιωτικοποιηθεί το 1997, αλλά και δύο θέσεις στο διοικητικό της συμβούλιο, προκειμένου να της παραχωρήσει πακέτο σωτηρίας 10 δισ. δολαρίων.

Στις ΗΠΑ, και τα δύο κύρια πολιτικά κόμματα στρέφονται σε έναν ισχυρότερο ρόλο της κυβέρνησης σε οικονομικά ζητήματα. Διοίκηση και εκλεγμένοι αντιπρόσωποι και των δύο κομμάτων πιέζουν και για μεγαλύτερη χρηματοδότηση προκειμένου να επιτρέψουν στην αμερικανική βιομηχανία ημιαγωγών να διατηρήσει το πλεονέκτημά της σε σχέση με την κινέζικη, προσφέροντας κίνητρα σε εταιρείες παραγωγής τσιπ για να δημιουργήσουν εργοστάσια στις ΗΠΑ και χρηματοδοτώντας τεχνολογικές έρευνες.

«Πρόκειται για μια τεράστια ιστορική εξέλιξη», δήλωσε ο Άνταμ Πόζεν, πρώην υπεύθυνος πολιτικής για την Τράπεζα της Αγγλίας και νυν πρόεδρος του Ινστιτούτου Πέτερσον για τη Διεθνή Οικονομία στην Ουάσινγκτον, μιλώντας στη Wall Street Journal. «Πρόκειται για μια αντίδραση στην Κίνα. Είναι μια αντίδραση στον κοροναϊό και μια επιθυμία για περισσότερη αξιοπιστία και κρατικό έλεγχο».

Οι αλλαγές αντανακλούν μια θεμελιώδη φιλοσοφική μετατόπιση που απομακρύνει τη Δύση από την επικρατούσα άποψή της υπέρ της ελεύθερης αγοράς, που έχει κυριαρχήσει περίπου από το 1980 και η οποία εστιάζει στη μείωση της κρατικής υποστήριξης προς τις επιχειρήσεις, την απομάκρυνση των ρυθμίσεων που δημιουργούν εμπόδια στον ανταγωνισμό και στην υποστήριξη του ελεύθερου εμπορίου.

Τώρα, καθώς οι δυτικές κυβερνήσεις μοιράζουν τεράστια πακέτα οικονομικής ενίσχυσης και ρίχνουν χρήματα σε βιομηχανίες που παραδοσιακά θεωρούνταν εκτός των κρατικών αρμοδιοτήτων.

Η Ιταλία σκοπεύει να δαπανήσει €2 δισ. για να αγοράσει και να ανακαινίσει ξενοδοχεία που συντρίφθηκαν από τη ραγδαία μείωση του τουρισμού. Στη Γαλλία, οι αρχές σχεδιάζουν να δαπανήσουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για την αγορά τοπικών καταστημάτων και την υποστήριξη επιχειρήσεων που αποτελούν μέρος της γαλλικής ταυτότητας, όπως οι φούρνοι και τα καταστήματα πώλησης τυριών.

Στη Βρετανία, η κυβέρνηση Τζόνσον έχει υπονοήσει ότι θα επιδιώξει μια επιθετική βιομηχανική πολιτική κρατικής βοήθειας στις επιχειρήσεις μετά το Brexit, ρισκάροντας ακόμη και τη δημιουργία περαιτέρω ρηγμάτων με την ΕΕ.

«Ο πληθυσμός είναι έτοιμος να δει το κράτος να αναλαμβάνει μεγαλύτερο ρόλο σε κάθε είδους πράγματα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Γκας Ο’Ντόνελ, πρώην επικεφαλής των βρετανών κρατικών λειτουργών.

Σε όλη την Ευρώπη, επιχειρήσεις και νομοθέτες φοβούνται ότι θα τεθούν εκτός των νέων ψηφιακών βιομηχανιών, όπου κυριαρχούν η Κίνα και οι ΗΠΑ.

Ταυτόχρονα, η πανδημία έχει οδηγήσει τις ασιατικές χώρες σε ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση της παράδοσης του κρατικού παρεμβατισμού, ο οποίος έχει οδηγήσει σε τεράστια ανάπτυξη και έχει παράγει κερδοφόρες επιχειρήσεις, όπως η βιομηχανία ηλεκτρονικών ειδών στη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία, και οι βιομηχανίες ηλιακής ενέργειας και ημιαγωγών στην Κίνα.

«Ένα πράγμα που μπορούμε να μάθουμε από την Κίνα, είναι ότι πρέπει να επιλέγουμε τη στρατηγική μας και να επιμένουμε σε ατή», ιδιαιτέρως στις ψηφιακές βιομηχανές», δήλωσε η Μαγκρέτε Βεστάγκερ, εκτελεστική αντιπρόεδρος της Κομισιόν, σε συνέντευξή της.

Η εμπορική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία απαιτεί η Κίνα να προμηθεύεται περισσότερα αγαθά από τις ΗΠΑ, εξαρτάται από το αν το Πεκίνο θα δώσει εντολή στις κρατικές εταιρείες να αυξήσουν τις αγορές τους. Ανώτεροι διοικητικοί αναφέρουν ότι απλώς αποδέχονται την κινεζική οικονομική πολιτική ως έχει, αντί να προσπαθήσουν να αναγκάσουν την Κίνα να στηριχτεί περισσότερο στις δυνάμεις της αγοράς.

Υπάρχουν κίνδυνοι από τη νέα προσέγγιση. Ορισμένες κυβερνήσεις έχουν αποδείξει ότι δεν είναι ιδιαιτέρως ικανές στην επιλογή των εταιρειών και των βιομηχανιών στις οποίες πρέπει να επενδύσουν. Για παράδειγμα, οι ασιατικές χώρες «ρίχνουν» εδώ και δεκαετίες χρήματα σε τέτοιες προσπάθειες, χωρίς να έχουν πάντα επιτυχία.

Στην Κίνα, οι οικονομολόγοι αγωνιούν όλο και περισσότερο ότι ένα νέο κύμα κρατικών δαπανών στις υποδομές ενέργειας, καυσίμων και ύδρευσης – που στοχεύουν στην οικονομική ανάκαμψη – θα επιδεινώσει τις υπερβολικές επενδύσεις σε αυτούς τους τομείς.

Στην Ευρώπη, η Κοινή Αγροτική Πολιτική είναι διαβόητη για τη δημιουργία πλεονασμάτων – βουνών από βούτυρο και λιμνών από κρασί. Η ιταλική κυβέρνηση έχει δαπανήσει δισεκατομμύρια ευρώ για να μετατρέψει την Alitalia σε κερδοφόρα επιχείρηση και μέχρι στιγμής διαρκώς χάνει χρήματα.

Αν και τα εκτεταμένα κρατικά και στρατιωτικά προγράμματα έγιναν η βάση σημαντικών βιομηχανιών κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και εν τέλει οδήγησαν στη δημιουργία του ίντερνετ, το εκκρεμές έγειρε πάλι προς την ελεύθερη αγορά στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, όταν ιδιωτικοποιήθηκαν επιχειρήσεις, όπως εκείνες των τηλεπικοινωνιών, των εταιρειών ηλεκτρισμού και νερού και των μεταφορών.

Οικονομικά επιτυχημένα ασιατικά κράτη, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν έχουν μακρά ιστορία κρατικού παρεμβατισμού και ενθάρρυνσης των μεγάλων εξαγωγικών βιομηχανιών. Οι στενοί δεσμοί κυβερνήσεων και ιδιωτικού τομέα έχουν θεωρηθεί σε μεγάλο βαθμό η αιτία που έβγαλε την περιοχή από τη φτώχεια.

Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης του 2008, ήραν δεκαετίες σκεπτικισμού προς τις μεγάλες κυβερνήσεις. Οι χώρες με τον εντονότερο παρεμβατισμό, όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα βγήκαν δυνατότερες, ενώ εκείνες που στράφηκαν στη λιτότητα – όπως εκείνες της νότιας Ευρώπης – τσακίστηκαν οικονομικά επί χρόνια.

Κινεζικές κρατικές εταιρείες διέθεσαν περισσότερα από $600 δισ. για την κατασκευή γεφυρών, αεροδρομίων και άλλων υποδομών. Μεταξύ του 2012 και του 2018, η αξία των περιουσιακών στοιχείων των κινεζικών κρατικών επιχειρήσεων αυξανόταν κατά περισσότερο από 15% κάθε χρόνο – σε υπερδιπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης από την οικονομία της χώρας – σύμφωνα με το Ινστιτούτο Πέτερσον.

«Το καθαρό μέγεθος της κινεζικής οικονομικής ανάπτυξης έχει βελτιώσει το παγκόσμιο προφίλ και την έλξη που προκαλεί το μοντέλο του κρατικού καπιταλισμού», δήλωσε ο Γουίλιαμ Λ. Μέγκινσον, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα.

Οι προσπάθειες να δοθεί ώθηση σε συγκεκριμένες βιομηχανίες έχουν πάρει χαρακτήρα κατεπείγοντος στη Δύση, καθώς η Κίνα μετατοπίζεται από τα φθηνότερα αγαθά στα ακριβότερα προϊόντα στα οποία ως τώρα εξειδικεύονταν αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες.

Η Κίνα διοχετεύει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε βιομηχανίες που έχει αναγνωρίσει ως στρατηγικές προτεραιότητες, όπως οι ημιαγωγοί και η ρομποτική, ενώ οι κινεζικές αρχές χρησιμοποιούν ευνοϊκές πολιτικές για να βοηθήσουν τις εγχώριες εταιρείες τεχνολογίας. Ο κοροναϊός έχει αυξήσει ακόμη περισσότερο τον προστατευτισμό στο εμπόριο, κάνοντας το Πεκίνο να επιταχύνει τις προσπάθειες μείωσης της εξάρτησής του από ξένες τεχνολογίες.

Στη Γερμανία, εταιρείες καλούν την κυβέρνηση να τις συντρέξει στις προσπάθειες ανάπτυξης προηγμένων τεχνολογιών καθώς η εκτεταμένη αυτοκινητοβιομηχανία της χώρας «κάνει κοιλιά» – και να αντιμετωπίσει τον όλο και μεγαλύτερο κινεζικό ανταγωνισμό.

«Σε ορισμένους τομείς χάνουμε έδαφος από την Κίνα, όπως για παράδειγμα στη βιομηχανία των ηλεκτρονικών», σημείωσε ο Τόραλφ Χάαγκ, επικεφαλής του Voith Group, μιλώντας στη WSJ. Οι τεράστιες επενδύσεις που απαιτούνται για την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών είναι «υπερβολικά μεγάλες για να μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτές οι εταιρείες».

Στις Βρυξέλλες, οι Ευρωβουλευτές πιέζουν για τη χαλάρωση των νόμων που περιορίζουν την κρατική υποστήριξη, σε μια προσπάθεια δημιουργίας «εθνικών πρωταθλητών».

Παράλληλα, οι χώρες της Ασίας εστιάζουν σε ένα κρατικο-κεντρικό μοντέλο.

Η Νότια Κορέα αποκάλυψε τον Ιούλιο σχέδιο αξίας $4,4 δισ. δολαρίων, το οποίο περιλαμβάνει κίνητρα για τον επαναπατρισμό της παραγωγής των εταιρειών της χώρας. Η Ιαπωνία δαπανά $2 δισ. σε προσπάθειες επαναφοράς της παραγωγής που έχει μεταναστεύσει στην Κίνα ή για την επέκτασή της στη νοτιοανατολική Ασία.

Οι κινεζικές εταιρείες δημιούργησαν περισσότερες από 1 εκατ. θέσεις εργασίας λίγους μήνες νωρίτερα, τη στιγμή που οι ιδιωτικές εταιρείες περιόριζαν τις δαπάνες, σύμφωνα με τα κρατικά ΜΜΕ.

Ωστόσο, ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η Κίνα έχει κακό ιστορικό επιλογής νικητών και ότι η εντυπωσιακή οικονομική της ανάπτυξη οφείλεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα.

«Πολλές από τις κινεζικές παρεμβάσεις έχουν αποδειχθεί αποτυχίες, όμως η Κίνα έχει απολαύσει αρκετή επιτυχία στην προώθηση βιομηχανιών-κλειδιών όπως η ηλιακή ενέργεια, το ατσάλι και η τεχνητή νοημοσύνη, ώστε να την αντιλαμβανόμαστε ως νικήτρια», τονίζει ο Μέγκινσον στη WSJ.

Οι επιχειρήσεις – ιδιαιτέρως σε χώρες που στοχεύουν στις εξαγωγές, όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Νότια Κορέα – ανησυχούν ότι η επανακρατικοποίηση της εμπορικής και εφοδιαστικής αλυσίδας θα αυξήσει το κόστος, ενώ παράλληλα θα βλάψει την καινοτομία και την παραγωγικότητα.

Ο τέως πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σίνζο Άμπε, έριξε τις δυνάμεις της κυβέρνησής του σε μια προσπάθεια εξαγωγής υποδομών, όπως για παράδειγμα πυρηνικών εργοστασίων και σιδηροδρόμων υψηλών ταχυτήτων στην Ευρώπη και σε αναπτυσσόμενα κράτη. Η προσπάθεια αποδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό αποτυχημένη.

«Δεν είμαι σίγουρος αν η κυβέρνηση έχει ιδιαίτερες γνώσεις γύρω από τους τομείς που θα έπρεπε να επεκτείνει. Η βιομηχανική πολιτική οδηγεί σε γραφειοκρατία», υποστηρίζει στη WSJ Ο Κάρλο Κοταρέλι, πρώην αξιωματούχος της ιταλικής κυβέρνησης.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από

Πηγή: tovima.gr