Βαθμολογία

5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή,2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη

«Ο προδότης» («Il traditore», Ιταλία/ Γαλλία/ Βραζιλία/ Γερμανία 2019)

Ακρως πολιτικοποιημένος, αριστερός και διανοούμενος, ο Μάρκο Μπελόκιο, μια εμβληματική μορφή του σκεπτόμενου ιταλικού κινηματογράφου των τελευταίων εξήντα χρόνων, μπαίνει εδώ στα χωράφια της Κόζα Νόστρα, αν και η ταινία είναι περισσότερο η ιστορία του Τομάζο Μπρουσκέτα (έξοχος ο Πιερ Φραντσέσκο Φαβίνα), στον οποίο οφείλεται η αρχή της πτώσης του οργανωμένου εγκλήματος στην Ιταλία.

Γεννημένος στο Παλέρμο το 1921, το μικρότερο παιδί μιας φτωχής οικογένειας με 17 παιδιά, ο Μπρουσκέτα παντρεύτηκε νωρίς, έγινε ο ίδιος πατέρας στα 16 του και μπήκε στην παρανομία το 1945 αποδεικνύοντας πολύ σύντομα τις ικανότητές του, οπότε και ανέβηκε με ταχείς ρυθμούς στην κλίμακα της μαφιας. Το 1963, κυνηγημένος από το ιταλικό δικαστικό σώμα, κατέφυγε στις ΗΠΑ κι από εκεί στη Βραζιλία, κερδίζοντας το παρατσούκλι «το αφεντικό δύο κόσμων». Χρόνια αργότερα και υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ο Μπρουσκέτα επέλεξε να προδώσει τον αιώνιο όρκο που είχε δώσει στην Κόζα Νόστρα και να καταθέσει ονόματα κακοποιών στον θρυλικό δικαστή Τζοβάνι Φαλκόνε (που αργότερα δολοφονήθηκε). Με αυτή την κίνηση, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για όλους τους εμπλεκόμενους στην Κόζα Νόστρα…

Ο Μπελόκιο φαίνεται γοητευμένος από την προσωπικότητα του Μπρουσκέτα, το θάρρος του να πάρει ένα ρίσκο ζωής και θανάτου όταν είδε ότι οι αλλαγές στην «υπηρεσία» του είχαν φτιάξει μια νέα τάξη πραγμάτων με την οποία ο ίδιος δεν συμφωνούσε. Μια οικογένεια πια τον ενδιέφερε και αυτή ήταν η δική του, το αίμα του, και το αίμα νερό δεν γίνεται. Το σινεμά του Μπελόκιο φέρει κάποια στοιχεία παλαιότερων ταινιών του, στα οποία πάντα η Ιστορία ή ακόμα και η πραγματικότητα αμφισβητείται με νέα ερωτήματα, τα δικά του. Τα είχαμε δει στο «Καλημέρα νυχτα» (Ερυθρές Ταξιαρίες», όπως και το «» (Μπενίτο Μουσολίνι). Για παράδειγμα ένα ερώτημα που αναδύεται εδώ είναι αν τελικα ο Μπρουσκέτα ήταν όντως προδότης ή ένας μετανοημένος άνθρωπος που κάποια στιγμή αποφάσισε να κάνει κάτι, το δυσκολότερο, για να εξιλεωθεί; Είναι μια σκέψη, όχι απαραιτήτως σωστή, πάντως μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχει δουλευτεί αυτή η μερακλίδικη ταινία, της οποίας το μόνο μειονέκτημα ίσως είναι η μακρόσυρτη δικαστική διαδικασία που θα μπορούσε να είναι πιο σφιχτή.

Βαθμολογία: 3 ½

ΑΘΗΝΑ: ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ – ΦΙΛΟΘΕΗ – ΨΥΧΙΚΟ – ΛΑΟΥΡΑ – ΑΕΛΛΩ – ΛΙΛΑ – ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ – ΦΙΛΙΠ – ΑΛΟΜΑ – ΜΑΪΑΜΙ – ΤΡΙΑΝΟΝ ΣΑΡΩΝΙΔΑ

—————————-

«Μουλάν» («Mulan», ΗΠΑ/ Καναδάς/ Χονγκ Κονγκ, 2020)

Εντυπωσιακό στιγμιότυπο από τη «Μουλάν»

Περίπου μια εικοσαετία μετά την ομότιτλη ταινία κινουμένων σχεδίων, τα στούντιο Ντισνεϊ επιστρέφουν στον μύθο της Μουλάν με μια χορταστική περιπέτεια, απευθυνόμενη κυρίως στις μικρές ηλικίες (προβάλλεται και μεταγλωττισμένη στα ελληνικά). Η Μουλάν (Γιφέι Λιού) είναι μια δυναμική, ριψοκίνδυνη, αποφασιστική Κινέζα μαχήτρια, κόρη θρυλικού πολεμιστή, η οποία μεταμφιέζεται σε άντρα προκειμένου να μπει στο σώμα του Αυτοκρατορικού Στρατού και να πολεμήσει εναντίον των εισβολέων του Βορρά.

Μόνον έτσι θα μπορέσει να καταδείξει την αξία του φύλου της, πράγμα  που στην εποχή του #Metoo είναι σημαντικός παράγοντας σε πολλά σενάρια – και δεν είναι τυχαίο που το φιλμ είναι σκηνοθετημένο από γυναίκα, τη Νεοζηλανδή Νίκι Κάρο.  Ένα παραμύθι με τα όλα του λοιπόν, πολύ όμορφα γυρισμένο (τα έντονα χρώματα είναι άκρως εντυπωσιακά), θεματικό μεν χωρίς ωστόσο να δίνει τεράστια έμφαση στα ειδικά εφέ αφού η Κάρο ενδιαφέρεται κυρίως για το ανθρώπινο στοιχείο και φυσικά για την ιδέα της ενωμένης οικογένειας που βρίσκεται στον πυρήνα του σεναρίου. Σε β’ χαρακτηριστικούς ρόλους  βρίσκουμε την πάντα πανέμορφη Γκονγκ Λι και τον «αίλουρο» Τζετ Λι.

ταινία προβάλλεται σε παραπάνω από 200 αίθουσες σε όλη την Ελλάδα

Βαθμολογία : 2 ½

————————————-

«Αλυτη» (Ελλάδα/ Αγγλία, 2019)

Απροσδόκητα …παλαιομοδίτικη με δεδομένο ότι πολλά έχουν αλλάξει στο ελληνικό σινεμά από την δεκαετία του 1980 και μετά είναι η πρώτη μεγάλου μήκους δημιουργία του Μίνωα Νικολακάκη. Στην καρδιά της ιστορίας ένας γιατρός που έχει έρθει στην επαρχία για το αγροτικό του και μια ντόπια κοπέλα, αποξενωμένη από τον υπόλοιπο περίγυρο, καθότι φαίνεται ότι πάσχει από μια ασθένεια του μυαλού και χρειάζεται βοήθεια. Προφανώς ο σκηνοθέτης έχει στο μυαλό του μια «συνάντηση» του σύγχρονου δυτικού κόσμου με τον μυστικισμό της φύσης και το πώς το δεύτερο μπορεί να επηρεάσει καταλυτικά το πρώτο. «Η μάνα φύση είναι ευλογία όλων μας» όπως χαρακτηριστικά ακούμε. Ισως όμως να είναι και κατάρα. Πάντως στην προσπάθειά της να γίνει κάτι σαν γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στα λαϊκά παραμύθια και τους τρομακτικούς (ή μη) θρύλους από το παρελθόν με το σύγχρονο κοινό η ταινία χωλαίνει. Δεν  κινείται στέρεα στο μεταίχμιο πραγματικότητας και φαντασίας, τόσο που τελικά δείχνει εντελώς ξεκρέμαστη – πέρα από το γεγονός ότι οι ερμηνείες των Προµηθέα Αλειφερόπουλου και η Αναστασίας – Ραφαέλας Κονίδη ποτέ δεν σε πείθουν ολοκληρωτικά (ειδικά η Κονίδη που έχει τον πιο δύσκολο ρόλο). Αν κάπου προσωπικά βρήκα ενδιαφέρον αυτός ήταν ο χώρος των γυρισμάτων, ένα όντως μαγευτικό καστανόδασος του Πάρνωνα, εκεί όπου η ίδια ταινία με λιγότερους διαλόγους και άλλους ηθοποιούς, ίσως να λειτουργούσε καλύτερα.

Βαθμολογία: 1 ½

ΑΘΗΝΑ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ (ΧΑΛΑΝΔΡΙ) – ΘΗΣΕΙΟ (Ως Κυριακή) – ΦΛΕΡΥ – ΕΛΛΗΝΙΣ (από Δευτέρα)

———————————————————–

Επανεκδόσεις

Η Λίβ Ούλμαν «Πρόσωπο με πρόσωπο» με τον Ερλαντ Γιόζεφσον

Μια από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Ινγκμαρ Μπέργκμαν, που φυσικά αξίζει να ανακαλύψουμε ή να ξαναδούμε, είναι το «Πρόσωπο με πρόσωπο» (« Ansikte mot ansikte», Σουηδία, 1976) όπου όλες οι γνωστές θεματικές του σκηνοθέτη συμπυκνώνονται στο πρόσωπο μιας εκ των μουσών του, της εκπληκτικής Λιβ Ούλμαν. Μοναξιά, σεξουαλικά απωθημένα, τραυματισμένοι γάμοι, καταπίεση, φόβος, απελπισία, η ιδέα της αυτοκτονίας…  Η Ούλμαν  υποδύεται μια ψυχίατρο στα όρια της ψυχικής κατάρρευσης που εκδηλώνεται εν απουσία των δικών της (ο γάμος της είναι προβληματικός και έχει μια και κόρη). Μια επίσκεψη στον παππού και τη γιαγιά της την μεταφέρει για λίγο στην παιδική της ηλικία, μυστικά κρυμμένα στο πίσω μέρος του μυαλού ξεγλιστρούν και πάλι και εμφανίζονται απειλητικά μπροστά της. Οσο η ώρα κυλά τόσο περισσότερο η γυναίκα οδηγείται σε ένα είδος εσωτερικής απομόνωσης, μια παράνοια. Ακόμα και το φλερτ με έναν συνάδελφό της καταλήγει σε φιάσκο της. Αδυνατεί πλήρως να πιαστεί από την πραγματικότητα και την λογική και αυτή την απόγνωση ο θεατής την βιώνει πολύ καλά. Διότι έμπειρη «μπεργκμανική» ηθοποιός καθώς είναι, η Ούλμαν γνωρίζει πολύ καλά το τερέν της ιστορίας και χειρίζεται μαεστρικά το πρόσωπο που με κομμένη την ανάσα υποδύεται. Δίπλα της ο Ερλαντ Γιόζεφσον (στον ρόλο του άλλου ψυχιάτρου), παρτενέρ της Ούλμαν και στο αριστούργημα του Μπέργκμαν «Σκηνές από ένα γάμο».

Βαθμολογία: 3 ½

ΑΘΗΝΑ: ΣΤΕΛΛΑ – ΔΑΦΝΗ – ΧΛΟΗ – ΑΤΤΙΚΟΝ ΑΛΣΟΣ  ΘΕΣ/ΚΗ: ΑΛΕΞ

————————————————

Η άγνωστη Τζένη

«Μια σφαίρα στην καρδιά»: η Τζένη Καρέζη σε μια άγνωστη στον πολύ κόσμο στιγμή της

Χρόνια εξαφανισμένη, ταινία «Μια σφαίρα στην καρδιά» (, Γαλλία/ Ελλάδα, 1966) του Ζαν Ντανιέλ  Πολέ, επιστρέφει στις αίθουσες προσφέροντάς μας την ευκαιρία να ξαναδούμε την Τζένη Καρέζη σε μια κυριολεκτικά ξεχασμένη κινηματογραφική ερμηνεία της. Υποδύεται μια γυναίκα της νυχτας που θα μπλέξει σε μια μυστηριώδη υπόθεση εγκλήματος που αναπτύσσεται ανάμεσα σε έναν ξεπεσμένου αριστοκράτη (Σαμί Φρε) και έναν γκάνγκστερ (Βασίλης Διαμαντόπουλος). Τεράστιος φιλέλληνας, ο Πολέ συνδύασε σθεναρά την καριέρα του με την χώρα μας όπου γύρισε πολλά ντοκιμαντέρ, με κορυφαία στιγμή του την «Μεσόγειο» (πριν από αρκετά χρόνια είχε γίνει ένα μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του από το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης). Σίγουρα στην τεκμηρίωση το βλέμμα του ήταν πολύ πιο σίγουρο και άμεσο απ’ όσο στη μυθοπλασία, την οποία πάντως υπηρετεί με πίστη ακολουθώντας το μοντέλο του γαλλικού νουάρ και ανιχνεύοντας με ενδιαφέρον περιοχές όπως η Τούμπα, το Πέραμα, οι Δελφοί αλλά και Αχλαδόκαμπος (έχουν γίνει γυρίσματα και στην Ιταλία). Ο Μίκης Θεοδωράκης υπέγραψε το μουσικό σκορ της ταινίας που γυρίστηκε την εποχή των Ιουλιανών και στην οποία παίζει μια πλειάδα ηθοποιών σε β’ ρόλους (Δημήτρης Μυράτ, Σωτήρης Μουστάκας,Αντώνης Αντωνίου κ.α.). Αποτυχία στα ταμεία στην εποχή της, επανεκτιμήθηκε πολλά χρόνια αργότερα και σε αυτό συνέβαλε η ψηφιακή αποκατάστασή της (μορφή στην οποία προβάλλεται σήμερα) από το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου.

Βαθμολογια: 2  ½

ΑΘΗΝΑ: ΡΙΒΕΡΑ κ.α.

Πηγή: tovima.gr