Η πολιτική επιρροή των τουρκικής καταγωγής πληθυσμών της Γερμανίας είναι μία από τις παραμέτρους που θα πρέπει να αξιολογηθούν, όσο επιχειρούνται ερμηνείες της αμφιθυμίας του Βερολίνου ως προς την ελληνοτουρκική ένταση.

Η Μέρκελ, οι πιέσεις και οι ίσες αποστάσεις

Εναν χρόνο πριν από τις εκλογές και στο τέλος της τέταρτης θητείας της Ανγκελα Μέρκελ στην καγκελαρία, η κρίση μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας διαμορφώνει μία σύνθετη συνθήκη για τις πολιτικές ισορροπίες στη Γερμανία. Η στάση της γερμανικής κυβέρνησης έχει καταγραφεί ως μία διαρκής προσπάθεια τήρησης ίσων αποστάσεων, αφενός λόγω του επιδιωκόμενου ρόλου του διαμεσολαβητή, αφετέρου εξαιτίας της πολιτικής επιρροής που εκ των πραγμάτων ασκεί ο τουρκικός παράγων. Αυτή αφορά, αφενός, τις διμερείς οικονομικές σχέσεις και, αφετέρου, τον ρόλο των τουρκικής καταγωγής πληθυσμών και πώς αυτοί επηρεάζουν πολιτικές εξελίξεις τόσο στη Γερμανία όσο και στην Τουρκία. Το ζητούμενο ωστόσο παραμένει και είναι η έμπρακτη αλληλεγγύη προς την Ελλάδα στο πλαίσιο της ΕΕ.

Στην Γερμανία ζουν σήμερα περί τα 3 εκατομμύρια πολίτες τουρκικής καταγωγής. Από αυτούς, περίπου οι μισοί έχουν δικαίωμα ψήφου και στην πατρίδα τους. Στο δημοψήφισμα του 2017 όπου ο Ταγίπ Ερντογάν κατόρθωσε να περάσει τις συνταγματικές αλλαγές και να αποκτήσει την απόλυτη πολιτική κυριαρχία, το ποσοστό των Τούρκων της Γερμανίας που ψήφισε υπέρ του ανήλθε σε περίπου 65%. Το ποσοστό αυτό ήταν κατά πολύ υψηλότερο από το συνολικό (και οριακό) 51,2%, με το οποίο ο Ερντογάν κέρδισε το δημοψήφισμα.

Η πλειονότητα των πληθυσμών αυτών της Γερμανίας είναι σουνίτες, στοιχείο το οποίο ο τούρκος πρόεδρος έχει αξιοποιήσει αποτελεσματικά. Σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, ο μηχανισμός του AKP έχει μελετήσει και αναλύσει διεξοδικά διάφορα στοιχεία, όπως οι τόποι καταγωγής των τούρκων μεταναστών και έχει αναπτύξει δίκτυα στους σημερινούς τόπους διαμονής τους. Από τις αναλύσεις αυτές προκύπτει ότι τα μεγαλύτερα τμήματα των υποστηρικτών του Ερντογάν στη Γερμανία κατάγονται κατά μείζονα λόγο από περιοχές της Τουρκίας οι οποίες θεωρούνται εκλογικά προπύργια του AKP.

Ψηφίζουν Ερντογάν και… Κεντροαριστερά

Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από 1 εκατομμύριο πολίτες τουρκικής καταγωγής έχουν δικαίωμα ψήφου στη Γερμανία. Παραδοσιακά, ισχυρότερο κόμμα σε αυτή την ομάδα ψηφοφόρων είναι η SPD, με ποσοστά τα οποία, παρά την υποχώρηση των τελευταίων ετών, ξεπερνούν το 35%, ενώ περίπου στο 30% έχει αυξηθεί η ισχύς της CDU και γύρω στο 15% ψηφίζει τους Πράσινους.

Η εκλογική συμπεριφορά των Τούρκων της Γερμανίας παρουσιάζει μία ιδιαιτερότητα και αποτελεί αντικείμενο μελέτης πολλών γερμανικών think tanks και ινστιτούτων. Δεδομένης της ισλαμικής στροφής του Ερντογάν, οι πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι είναι παράδοξο η πλειονότητα να ψηφίζει κεντροαριστερά ή αριστερά κόμματα, όμως την ίδια στιγμή στις τουρκικές κάλπες να παραμένει «δέσμια» των νεο-οθωμανικών οραμάτων του τούρκου προέδρου.

Τα στοιχεία αυτά συνθέτουν μία παράμετρο η οποία φωτίζει σε μεγάλο βαθμό μία πτυχή των τουρκογερμανικών σχέσεων. Δεν είναι μόνον οι οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές, οι επενδύσεις ή η ιστορική σχέση των δύο κρατών που επιδρούν. Είναι και η άμεση παρέμβαση των Τούρκων στις πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και έπειτα, η ιλιγγιώδης αύξηση των τουρκικής καταγωγής πληθυσμών διαμόρφωσε έναν παράγοντα αμφίδρομης πολιτικής επιρροής και στις δύο χώρες. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι το 1961 στη Γερμανία βρίσκονταν μόλις 6.800 τούρκοι πολίτες. Στις επόμενες δεκαετίες και αθροίζοντας τη δεύτερη και τρίτη γενιά, έφτασαν να πλησιάζουν πλέον τα τρία εκατομμύρια.

Σημαντική είναι και η οικονομική δραστηριότητα αυτών των ομάδων. Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας λειτουργούσαν στη Γερμανία περί τις 80.000 επιχειρήσεις τουρκικής ιδιοκτησίας, οι οποίες απασχολούσαν περίπου μισό εκατομμύριο εργαζομένους και είχαν έναν συνολικό τζίρο της τάξεως των 40 δισ. ευρώ.

Η επιρροή στη Βόρεια Ρηνανία και η περίπτωση της Βαυαρίας

Εν όψει των γερμανικών εκλογών του 2021, η επιρροή της συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας προσλαμβάνει ιδιαίτερη βαρύτητα. Καθοριστικό στοιχείο ως προς τούτο είναι και η γεωγραφική κατανομή των τούρκων πολιτών ή των τουρκικής καταγωγής γερμανών πολιτών. Το 33,4% από αυτούς ζει στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, το 17,3% στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, μόλις το 13,1% στη Βαυαρία και ακολουθούν μικρότερες ομάδες στα υπόλοιπα κρατίδια.

Με βάση τα όσα συζητούνται αυτή την περίοδο στη Γερμανία, σημαντικές πιθανότητες φαίνεται να συγκεντρώνει ο Χριστιανοδημοκράτης Αρμιν Λάσετ, πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, όπου κατοικούν οι περισσότεροι τούρκοι ή τουρκικής καταγωγής πολίτες. Είναι ευνόητο ότι και υπό αυτό το πρίσμα ο τουρκικός παράγων θα παίξει τον ρόλο του.

Μεταξύ των πιθανών υποψηφίων είναι και ο Χριστιανοκοινωνιστής πρωθυπουργός της Βαυαρίας Μάρκους Ζέντερ. Στο συγκεκριμένο κρατίδιο ο τουρκικός πληθυσμός είναι σαφώς μικρότερος, ενώ εντελώς διαφορετική είναι και η πολιτική της CSU στο Μεταναστευτικό.

Αυτή την περίοδο πάντως αμφισβητείται η δυναμική του βαυαρού πρωθυπουργού και η ικανότητά του να διαδεχθεί την Ανγκελα Μέρκελ. Αλλωστε, ποτέ στο παρελθόν δεν κατόρθωσε υποψήφιος της CSU να κερδίσει τις εκλογές για την Μπούντεσταγκ, κάτι που επιδίωξαν ο Φραντς Γιόζεφ Στράους και ο Εντμουντ Στόιμπερ.

Πηγή: tovima.gr