Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για τη διήμερη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1-2 Οκτωβρίου) κατά τη διάρκεια της οποίας θα τεθεί επί τάπητος το ζήτημα της Τουρκίας. Αθήνα και Λευκωσία βρίσκονται σε θέσεις μάχης ζητώντας εγγυήσεις ούτως ώστε να διασφαλιστεί πως η γείτονα δεν θα επανέλθει στην τακτική της επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς, ωστόσο κρατούν «μικρό καλάθι» για τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ θα δείξει την αλληλεγγύη της.

Η τουρκική προκλητικότητα -και γενικότερα οι ευρωτουρκικές σχέσεις- αναμένεται να αποτελέσουν το αποκλειστικό αντικείμενο του δείπνου των ηγετών που θα πραγματοποιηθεί το βράδυ της Πέμπτης, στις Βρυξέλλες. Η Αθήνα ζητά συνέπεια και συνέχεια στην αποκλιμάκωση, διαφορετικά την επιβολή κυρώσεων κατά της Τουρκίας.

Προκειμένου ωστόσο να μην «τινάξει» στον αέρα τις διερευνητικές επαφές, όπως εκτιμούν αναλυτές ότι θα συμβεί σε περίπτωση που προκριθεί το τελευταίο σενάριο, η Αθήνα επιθυμεί μια τακτική «μαστίγιου και καρότου», δηλαδή να βρίσκεται στο τραπέζι έτοιμη η λίστα κυρώσεων αν η Άγκυρα παρεκκλίνει από το δρόμο της διπλωματίας. Αυτό είναι και το πλαίσιο που επιθυμεί να δει η χώρα μας στο κείμενο των συμπερασμάτων μετά το πέρας της Συνόδου.

Όπως επισήμαιναν ελληνικές διπλωματικές πηγές λίγο πριν την έναρξη της Συνόδου Κορυφής «δεν πάμε για έγκριση κυρώσεων, ούτε καν για τη δημιουργία αυτοματοποιημένου μηχανισμού», βάσει του οποίου θα ενεργοποιούνταν αυτόματα κυρώσεις κατά της Τουρκίας σε περίπτωση παραβατικής συμπεριφοράς.

Το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι η ΕΕ δεν θα επιβάλει κυρώσεις στην Τουρκία, αλλά θα της απευθύνει αυστηρή προειδοποίηση ότι οι κυρώσεις θα ενεργοποιηθούν αν υπάρξουν μονομερείς ενέργειες.

Υποβαθμίζουν το ζήτημα των κυρώσεων ευρωπαϊκές πηγές

Η πληροφορία βέβαια αυτή δεν εκπλήσσει αφού εδώ και μέρες η Γερμανία προϊδεάζει για την εξέλιξη αυτή, προβάλλοντας διάφορα επιχειρήματα με κυριότερο ότι «τα βήματα αποκλιμάκωσης στην ανατολική Μεσόγειο, στα οποία συμφώνησε πρόσφατα ο Ερντογάν, θα αντιστρέφονταν αμέσως αν η ΕΕ επέβαλε περαιτέρω κυρώσεις (…)».

Στο πλαίσιο αυτό, γερμανοί αξιωματούχοι ξεκαθαρίζουν πως οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων δεν πρόκειται να αποφασίσουν νέες κυρώσεις ενάντια σε άτομα και εταιρείες που συμμετέχουν στις θαλάσσιες έρευνες της Τουρκίας στα ανοιχτά της Κύπρου. Σχετική απόφαση προϋποθέτει ομοφωνία και αυτή δεν υφίσταται.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η οποία χαιρέτισε την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών Αθήνας – Άγκυρας, αυτό το διάστημα οι δύο χώρες προσπαθούν μέσω μιας «επίπονης διπλωματικής διαδικασίας» να μειώσουν την ένταση και να ξεκινήσουν συνομιλίες. Σε αυτή την κατάσταση η επιβολή κυρώσεων θα ήταν «αντιπαραγωγική».

Είχαν προηγηθεί δηλώσεις γερμανών αξιωματούχων την Τρίτη, οι οποίοι χαρακτήριζαν «μακρινό σενάριο» την πιθανότητα να επιβληθούν κυρώσεις. Είναι δεδομένο ότι το τελευταίο διάστημα το Βερολίνο αναζητά ισορροπίες, δηλαδή αλληλεγγύη προς την Ελλάδα και την Κύπρο και όχι σκληρές κυρώσεις αυτή τη στιγμή στην Τουρκία, για να μην τιναχθεί η διπλωματία στον αέρα και η προσπάθεια που καταβλήθηκε προκειμένου Αθήνα και Άγκυρα να καθίσουν στο τραπέζι των συζητήσεων.

Από την πλευρά του, στην επιστολή-πρόσκληση που έστειλε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, στους ευρωπαίους ηγέτες αναφέρει: «Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε έναν χώρο για εποικοδομητικό διάλογο με την Τουρκία για την επίτευξη σταθερότητας και ασφάλειας σε ολόκληρη την περιοχή και να διασφαλίσουμε τον πλήρη σεβασμό της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των κρατών-μελών της ΕΕ. Αυτό θα είναι δυνατό μόνον εάν η Τουρκία αλληλοεπιδράσει εποικοδομητικά. Όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι για να υπερασπιστούμε τα νόμιμα συμφέροντα της ΕΕ και των κρατών- μελών της».

Η αγωνία της Μέρκελ για το προσφυγικό

Τις λεπτές ισορροπίες που κυριάρχησαν το προηγούμενο διάστημα, καθώς και την ανησυχία της για την επόμενη ημέρα, φρόντισε να αναδείξει η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, μία μόλις ημέρα πριν τη Σύνοδο.

Η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο και το ενδεχόμενο σύρραξης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία απασχόλησαν την ομιλία της στο γερμανικό Κοινοβούλιο. Αυτές ακριβώς οι σχέσεις, όπως παραδέχτηκε η καγκελάριος Μέρκελ, είναι «σύνθετες», προχωρώντας σε μια ανάλυση που έδειξε την πρόθεσή της, αν όχι να εμφανιστεί φιλική προς το καθεστώς Ερντογάν, σίγουρα να κρατήσει απόλυτες ισορροπίες ανάμεσα σε Αθήνα και Αγκυρα.

Η Μέρκελ προειδοποίησε τους γερμανούς βουλευτές ότι «δεν μπορούμε να διανοηθούμε πόσο μικρή είναι η απόσταση σε ορισμένες περιπτώσεις μεταξύ στρατιωτικής σύρραξης και ειρηνικής διευθέτησης».

Παρά ταύτα, η καγκελάριος κατέστησε σαφές πως η Τουρκία είναι εταίρος στο ΝΑΤΟ και επιτελεί «θαυμαστό και αξιοσημείωτο έργο» σε ό,τι αφορά τη φιλοξενία τεσσάρων εκατομμύριων προσφύγων. «Θα πρέπει να εξετάσουμε πολύ προσεκτικά πώς θα πετύχουμε την αποκλιμάκωση της έντασης, πώς θα ενισχύσουμε τη συνεργασία στο προσφυγικό και σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη αντιμετώπιση των προσφύγων» είπε η Μέρκελ.

Πρέπει «να προσδιορίζουμε κάθε φορά εκ νέου τη σχέση μας με την Τουρκία αλλά και να εμμένουμε στη συνεργασία μαζί της σε σημαντικά ζητήματα», προσέθεσε, δίνοντας, κατά κάποιο τρόπο το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η Γερμανία στη Σύνοδο.

Κοινή θέση Αθήνας – Λευκωσίας

Στη Σύνοδο Κορυφής δεδομένη πρέπει να θεωρείται η κοινή θέση Αθήνας – Λευκωσίας, με τη δεύτερη ωστόσο να έχει απειλήσει ακόμη και με βέτο στις αποφάσεις για τη Λευκορωσία. Η Λευκωσία τονίζει διαρκώς ότι η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην παραβίαση των βασικών αρχών και αξιών της δεν μπορεί να είναι α λα καρτ, μένει όμως να δούμε τη στάση που θα ακολουθήσει κατά τη Σύνοδο.

Πάντως, μια δήλωση του Νίκου Αναστασιάδη θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως πρόθεση της Λευκωσίας να υποχωρήσει από την απειλή βέτο, αν δεν επιβληθούν αντίστοιχες κυρώσεις στην Τουρκία. «Δεν είναι αυτοσκοπός οι κυρώσεις. Αυτοσκοπός είναι να υλοποιηθεί επιτέλους η επικράτηση αυτού που οι υποχρεώσεις της Τουρκίας ως υποψήφιας προς ένταξη χώρας, να ανταποκρίνονται προς τις αρχές και αξίες της ΕΕ».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου, Νίκος Χριστοδουλίδης, ζητά σαφέστατα μηνύματα κατά της τουρκικής προκλητικότητας στα συμπεράσματα της Συνόδου.

«Η Κύπρος προσβλέπει στην ΕΕ και τους εταίρους της για αλληλεγγύη στην πράξη. Η συγκεκριμένη υπεράσπιση των κοινών αξιών και συμφερόντων μας και η εφαρμογή των αποφάσεών μας είναι ουσιαστικής σημασίας» επεσήμανε σε δηλώσεις του.

Στην Κύπρο βρέθηκε, δε, και ο Νίκος Δένδιας ο οποίος -αφού τόνισε τον πλήρη συντονισμό των δύο χωρών- ανέφερε πως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο «θα κληθεί να εξετάσει συνολικά το πλέγμα των ευρωτουρκικών σχέσεων. Και θα κληθεί να το πράξει με δεδομένη την υποχρέωση για αλληλεγγύη στα κράτη-μέλη της Ένωσης, όταν ιδίως παραβιάζονται η κυριαρχία και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα από τρίτα κράτη. Γιατί πρόκειται για παραβίαση ευρωπαϊκής κυριαρχίας και ευρωπαϊκών κυριαρχικών δικαιωμάτων».

«Δυστυχώς, η τουρκική παραβατικότητα στην ευρύτερη περιοχή συνεχίζεται και μάλιστα με κλιμακούμενη ένταση και σε διευρυνόμενο χώρο. Από τον Καύκασο ως τη Λιβύη, το Αιγαίο, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία, το Ιράκ. Η Ελλάδα έχει σημειώσει ότι η απόσυρση του Oruc Reis ήταν ένα πρώτο βήμα αποκλιμάκωσης. Ευελπιστούμε ότι αυτό το βήμα θα ανοίξει το δρόμο για τις διερευνητικές επαφές μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, με στόχο την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.

» Η Ελλάδα έχει επανειλημμένως τονίσει ότι παραμένει πάντοτε ανοικτή σε διάλογο, στο πλαίσιο όμως του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Μένει συνεπώς να φανεί αν αυτό το πρώτο βήμα θα έχει συνέχεια και θα υπάρξει συνέπεια από την τουρκική πλευρά. Γιατί όπως γνωρίζετε πολύ καλά εδώ στην Κύπρο, η Τουρκία είναι ο κατεξοχήν παραβάτης του Διεθνούς Δικαίου στην περιοχή μας. Ουδείς άλλωστε μπορεί να ξεχάσει ότι οι παράνομες ενέργειες τουρκικών σκαφών στις κυπριακές θαλάσσιες ζώνες συνεχίζονται» υπογράμμισε.

Υπέρ του διαλόγου ο Τσαβούσογλου

Στην αντίπερα όχθη, από τις πρόσφατες πολεμικές απειλές εναντίον της χώρας μας, ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου εμφανίστηκε σήμερα με κλάδο ελαίας και τάχθηκε υπέρ του διαλόγου με την Ελλάδα.

Ταυτόχρονα, αναμένει όπως είπε στο πρακτορείο Anadolu, συγκεκριμένα βήματα από τη ευρω-σύνοδο. Ο  επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας υποστήριξε πως υπάρχει «θετική ατμόσφαιρα» στις συζητήσεις για την Ανατολική Μεσόγειο, αφού η Ελλάδα συμφώνησε στην επανέναρξη των επαφών μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.

Οι εντάσεις έχουν κλιμακωθεί τον τελευταίο καιρό, αναγνώρισε  κατηγορώντας, ωστόσο, την Ελλάδα, την Κύπρο και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι προσπάθησαν να εμποδίσουν τις ενεργειακές δραστηριότητες της Τουρκίας στην περιοχή με τη δικαιολογία πως οι έρευνες αφορούσαν ελληνικά ύδατα- δικαιολογία που «βλέπει» τα πράγματα μέσα από την μαξιμαλιστική οπτική της θαλάσσιας περιοχής της Αθήνας, σημείωσε.

«Η Τουρκία, η χώρα με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στη Μεσόγειο – υποστηρίζει ότι αυτή η μαξιμαλιστική θέση είναι παράνομη και δεν έχει νόημα» είπε, τονίζοντας ότι η Τουρκία έστειλε ερευνητικά πλοία εντός της δικής της υφαλοκρηπίδας.

Προκειμένου να ασκήσει την ανάλογη πίεση προς την ΕΕ ούτως ώστε να αποφύγει την επιβολή κυρώσεων, καθώς και να δηλώσει παρών, ο Ερντογάν έστειλε επιστολή προς της ηγέτες, πλην της Ελλάδας και της Κύπρου, κατηγορώντας Αθήνα και Λευκωσία για μαξιμαλιστικές θέσεις.

Στην επιστολή του επεσήμανε πως η Άγκυρα έχει δύο βασικούς στόχους για την περιοχή. Ο πρώτος στόχος είναι «η δίκαιη και θεμιτή οριοθέτηση των θαλάσσιων δικαιοδοσιών στην Ανατολική Μεσόγειο σύμφωνα με το διεθνές Δίκαιο και την προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Τουρκίας» και ο δεύτερος είναι «η εγγύηση ίσων δικαιωμάτων για τους Τουρκοκύπριους», όσον αφορά στους πόρους υδρογονανθράκων.

Παράλληλα, ο τούρκος πρόεδρος τόνισε πως η απαίτηση για τερματισμό των ερευνητικών ενεργειών της Τουρκίας είναι άδικη και αντιβαίνει στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, ενώ επεσήμανε -μεταξύ άλλων- πως η Τουρκία είναι έτοιμη για διάλογο με την Ελλάδα χωρίς προϋποθέσεις.

Πηγή: tovima.gr